ευεπανόρθωτος


ευεπανόρθωτος
-η, -ο (Α εὐεπανόρθωτος, -ον)
αυτός που επανορθώνεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -επ-αν-ορθωτος (< επ-αν-ορθώ), πρβλ. αν-επαν-όρθωτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐεπανόρθωτον — εὐεπανόρθωτος easy to correct masc/fem acc sg εὐεπανόρθωτος easy to correct neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπανορθώτοισι — εὐεπανόρθωτος easy to correct masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπανόρθωτα — εὐεπανόρθωτος easy to correct neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.